βάπτης

βάπτης, ου, ,
A dipper, bather: in pl. of those who celebrated the mysteries of Cotytto; title of play by Eupolis, cf. Luc.Ind.27, Sch. Juv.2.91.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βάπτης — βάπτης, ο (Α) [βάπτω] 1. ο βαφέας, αυτός που ασχολείται με τη βαφή 2. πληθ. οι Βάπται οι λάτρεις της θεάς Κότυος ή Κοττυτούς στη Θράκη …   Dictionary of Greek

  • βάπτης — dipper masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βάπται — βάπτης dipper masc nom/voc pl βάπτᾱͅ , βάπτης dipper masc dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαπτῶν — βάπτης dipper masc gen pl βαπτός dipped fem gen pl βαπτός dipped masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βάπταις — βάπτης dipper masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βάπτω — βάπτης dipper masc gen sg (attic epic ionic) βάπτω dip pres subj act 1st sg βάπτω dip pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βάπτῃ — βάπτης dipper masc dat sg (attic epic ionic) βάπτω dip pres subj mp 2nd sg βάπτω dip pres ind mp 2nd sg βάπτω dip pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βάπτῃσι — βάπτης dipper masc dat pl (epic ionic) βάπτω dip pres subj act 3rd sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βάπτ' — βάπτα , βάπτης dipper masc voc sg βάπτα , βάπτης dipper masc nom sg (epic) βάπται , βάπτης dipper masc nom/voc pl βάπτᾱͅ , βάπτης dipper masc dat sg (doric aeolic) βάπτε , βάπτω dip pres imperat act 2nd sg βάπτε , βάπτω dip imperf ind act 3rd sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βάπτα — βάπτᾱ , βάπτης dipper masc nom/voc/acc dual βάπτης dipper masc voc sg βάπτᾱ , βάπτης dipper masc gen sg (doric aeolic) βάπτης dipper masc nom sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ιοβάπτης — ἰοβάπτης, ὁ (Α) βαφέας που χρησιμοποιούσε στη βαφή χρώμα ίου. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἴον + βάπτης (< βάπτω), πρβλ. τριχο βάπτης] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.